Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Ελλάδα

ΚΕΠΕ: Πτωτική αναθεώρηση της πρόβλεψης για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026

Το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψη για τον ρυθμό ανάπτυξης του 2026 στο 1,7%, λόγω διεθνών αναταράξεων. Παρά την ανθεκτικότητα που επέδειξε η οικονομία στο πρώτο εξάμηνο, το ΚΕΠΕ προειδοποιεί για κινδύνους που απορρέουν από τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις πληθωριστικές πιέσεις.

Δημοσίευση:

Feed image

Πτωτικά αναθεώρησε τις προβλέψεις του για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για το έτος 2026 το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), στο 61ο τεύχος των «Οικονομικών Εξελίξεων». Το ΚΕΠΕ εκτιμά πλέον την ανάπτυξη στο 1,7%, έναντι της προηγούμενης πρόβλεψης για 1,9%, επικαλούμενο τις επιπτώσεις των διεθνών αναταράξεων, οι οποίες αποτυπώνονται στις τιμές και στο κόστος δανεισμού.

Η πορεία της οικονομίας στο πρώτο εξάμηνο του 2026

Σύμφωνα με την ανάλυση του Κέντρου, η ελληνική οικονομία επέδειξε ανθεκτικότητα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, παρά τις πιέσεις από τις γεωπολιτικές και ενεργειακές εξελίξεις. Ο ρυθμός μεγέθυνσης διαμορφώθηκε στο 1,9%, καταγράφοντας υποχώρηση σε σύγκριση με το 2,1% του αντίστοιχου διαστήματος του 2025. Η ανάπτυξη βασίστηκε κυρίως στην εγχώρια ζήτηση, με τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου να αποτελούν την πρωταρχική κινητήρια δύναμη, ενώ θετική, πλην όμως περιορισμένη, ήταν η συμβολή της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης. Αντίθετα, το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών λειτούργησε ανασταλτικά, καθώς οι εισαγωγές αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό από τις εξαγωγές.

Για το τρίτο τρίμηνο του έτους, το ΚΕΠΕ διαπιστώνει ενδείξεις οικονομικής επέκτασης, με την οικονομική αβεβαιότητα να εμφανίζει αποκλιμάκωση και τις επιχειρηματικές προσδοκίες να βρίσκονται σε φάση ανάκαμψης. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις, ιδιαίτερα οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι ενεργειακές διαταραχές, συνεχίζουν να εγκυμονούν κινδύνους για τους επόμενους μήνες, δημιουργώντας παράλληλα πληθωριστικές πιέσεις λόγω των αυξημένων τιμών ενέργειας.

Απασχόληση και δημόσιες υπηρεσίες

Στο πεδίο της απασχόλησης, το δεύτερο τρίμηνο του 2026 χαρακτηρίστηκε από αύξηση των απασχολουμένων κατά 0,6% σε ετήσια βάση και μείωση των ανέργων κατά 7,8%. Παρά τη βελτίωση αυτή, καταγράφεται επιβράδυνση στον ρυθμό αύξησης της απασχόλησης, ενώ παρατηρούνται διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων οικονομικής δραστηριότητας και των πληθυσμιακών ομάδων.

Παράλληλα, το ΚΕΠΕ αξιολόγησε την εμπειρία των ασθενών στα δημόσια νοσοκομεία, αναλύοντας περισσότερες από 56.000 αξιολογήσεις. Η συνολική εικόνα για τη νοσηλεία και τη συμπεριφορά του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού είναι θετική. Ωστόσο, εντοπίστηκαν αδυναμίες σε τομείς όπως ο χρόνος και η διαθεσιμότητα του προσωπικού, η συμμετοχή των ασθενών στη λήψη αποφάσεων, καθώς και η ψυχολογική υποστήριξη, η οποία έλαβε χαμηλή βαθμολογία (3,20 με άριστα το 5), με το 37% των ασθενών να την αξιολογεί αρνητικά.

Ψηφιακός μετασχηματισμός και επιχειρήσεις

Η ανάλυση του ΚΕΠΕ αναδεικνύει την αυξημένη χρήση τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης από τις ελληνικές επιχειρήσεις την περίοδο 2021-2025, αν και η Ελλάδα παραμένει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η υιοθέτηση των τεχνολογιών αυτών είναι άνιση, καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις παρουσιάζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά χρήσης σε σχέση με τις μικρομεσαίες. Ως κύρια εμπόδια για την περαιτέρω διάδοση καταγράφονται η έλλειψη τεχνογνωσίας, το υψηλό κόστος εφαρμογής και οι ανησυχίες για την προστασία δεδομένων. Το ΚΕΠΕ τονίζει την ανάγκη ενίσχυσης των ψηφιακών δεξιοτήτων, των υποδομών και της χρηματοδότησης, αναφέροντας ως σημαντικά εργαλεία το ελληνικό Εργοστάσιο Τεχνητής Νοημοσύνης «Φάρος» και τον υπερυπολογιστή «Δαίδαλος».

Χρηματοοικονομικός εγγραμματισμός

Στο επίκεντρο της μελέτης βρέθηκε και ο χρηματοοικονομικός εγγραμματισμός στη σχολική εκπαίδευση. Το ΚΕΠΕ επισημαίνει ότι, παρόλο που η εκπαίδευση μπορεί να ενισχύσει τις γνώσεις των μαθητών, δεν οδηγεί απαραίτητα σε ανάλογη μεταβολή της χρηματοοικονομικής συμπεριφοράς τους. Οι προτεραιότητες που τίθενται περιλαμβάνουν την καλύτερη σύνδεση της εκπαίδευσης με πραγματικές οικονομικές αποφάσεις, καθώς και την αξιολόγηση του κόστους και των αποτελεσμάτων των σχετικών εκπαιδευτικών παρεμβάσεων.